thalassa
Mισipι
Σκέφτομαι πάντα το Μισίρι νηστικό
από μαντίλια και μαγικά χαλιά
Ένα καπέλο που υποφέρει
και σένα να κλαις να κλαις αδιάκοπα
στο παζάρι που πουλάνε μυστικά.
Είσαι τρελός ηρέμησε.
Ένα ανθοπωλείο έζησε τα παιδιά που δεν γεννήθηκαν
και το κανονάκι σάρκωσε τον ομφάλιο λώρο τους
Θυμήσου εκείνο το φεγγάρι που έπεσε
κατακόρυφα στη μέση του πανηγυριού
Θα το είχα κάψει ολόκληρο αν δεν λυπόσουν
αν δεν λιποθυμούσες κι αν το δίκαιο της σιδηρουργίας
δεν σ’ έκανε να δεσμεύεσαι με σύννεφα άστρα
και δεν ξέρω τι άλλο απ’ αυτά που δεν πιάνονται
Περπατούσα τυχαία κρατώντας το παλιό τσεκούρι
το φαράσι από αλουμίνιο όταν
το κέρμα έδειξε πως
για κανέναν δεν είμαι εδώ
Αφού τον όρκο μάζεψες
σε καλώ να πιεις νερό
μέσα από το στόμα μου ασήμαντα αλλά υψωμένα
Ένα μαντίλι ένα καπέλο ένα φεγγάρι ένας όρκος
το τσεκούρι και το φαράσι. Διάλεξε.
Γνωρίζεις την κίνηση να μείνω ζωντανή μα προδομένη.
Μια μέρα που θα είμαι πολύ προδομένη
θα με τρυπήσουν με την άκρη ενός μολυβιού
και θα με ρίξουν σαν πεθαμένη πεταλούδα στο λάκκο
Μα ακούστε!
Εγώ είμαι ακροβάτης.
Φυλάω στην τσέπη μου κλέφτες.
Το Μισίρι είναι μες στη ζωή μου τσιγγάνα.
Νίκη των τετριμμένων (Σχόλιο)
Όταν, μοιραία, συναντήθηκα και αγάπησα τα ποιήματα της «Νίκης των τετριμμένων», ήταν πολύ καιρό, πριν εκδοθούν. Δεν γνώριζα ότι θα έφεραν έναν τόσο παράδοξο, ειρωνικό και αντιθετικό – σχετικά με το περιεχόμενο και το φορτίο τους- τίτλο.
Η αίσθηση, άμα τη αναγνώσει, ίσως έτσι να ορίζεται: μικρογραφία ωκεανού. Δεν είναι μόνο το ύφος, η μορφολογία των βράχων, η ακαριαία αλμύρα, οι κυματισμοί ζωής, η τρικυμία και η νηνεμία, αλλά ξαναβρίσκεις στα ποιήματα, το παιδί που υπήρξες. Σε επιστρέφουν σε αξίες που ίσως ξεχνούσες, στον πολιτικό άνθρωπο που προσδοκάς.
Η βαθιά ευαισθησία της εσωτερικής μαρτυρίας-καταγραφής, σε φέρνει αντιμέτωπο με τους φόβους, τις αγωνίες, τις ανασφάλειες, τις εμμονές. Είναι πράγματι, σαν ν’ ακούς πρώτη φορά, σε παραλλαγή, τη μουσική μιας αγαπημένης σου άριας.
Αν αξίζει, αυτή η γραφή, δεν είναι μόνο για τα παραπάνω. Αλλά επειδή σε πλησιάζει (σχεδόν σε σπρώχνει) στο ανθρώπινο, όσο ποτέ δεν ήλπισες. Εγκαινιάζει βαθύτερη την ύπαρξη. Κάποτε την αναβαπτίζει σε νερά κρυστάλλινα.
Ένας βραχνάς τα τετριμμένα, βάσανος το εφήμερο, μια ιεραποστολή η ήττα τους, μέσω της ποίησης. Η αυτοσχέδια κιβωτός, της παρούσας συλλογής, μεταφέρει και διαφυλάττει προσεκτικά το βάλσαμο, το αντίδοτο μπορεί, μακριά από ηθικοπλαστικές αδιαλλαξίες και νουθεσίες, για να διασώσει την προοπτική «διαθήκης».
Στην ποίηση του Κώστα Σφενδουράκη, διακρίνεις καθαρά, δύο αντιδιαμετρικούς κόσμους. Έναν τρυφερό κι έναν άγριο. Τόσο αυτόνομοι, όσο, συγχρόνως, τόσο μέσα ο ένας στον άλλον. Τόσο περιθωριακοί, όσο και στο απόλυτο κέντρο των γεγονότων. Κοινωνικών, πολιτικών, γεγονότων έρωτα, αγάπης, ανθρώπου. Η εκπόρευση δύναμης και ήθους, είναι ακαριαία. Η απόδοσή τους, διαχρονική και επίκαιρη.
Σε αποδεσμεύει από τα άγκιστρα της μετριότητας, του υποκριτικού, που στις απροσποιητικές μέρες μας, «θριαμβεύουν» ή τυγχάνουν «ακολούθων» που τα εγκωμιάζουν.
Δεν παραείναι τίποτα. Είναι. Κι εκεί που είναι, στα συναξάρια, στους μύθους, στις καταγγελίες, στις μαρτυρίες, η ανήσυχη καρδιά, το ανήσυχο μυαλό, υπάρχουν αυθεντικά σαν οπτασία κι όχι σαν σαβανωμένο φάντασμα. Τίποτα κατασκευασμένο, αγοραίο, εκζητημένο, προς εμπόρευση. Οι νευρικοί και παιγνιώδεις στίχοι δεν πασχίζουν για την τεκμηρίωσή τους, δεν χρησιμοποιούνται ευέλικτοι χειρισμοί. Γιατί το όραμα είναι διακριτό, ήδη κεκτημένο, η ενοποιητική του δύναμη επίσης, η ομολογία θεού το ίδιο.
Μας θυμίζει επίμονα το χρέος απέναντι στον άνθρωπο, στα αισθήματα, στην ιστορία, στη σωτηρία του. Έξω από τα αλύγιστα αναλώσιμα, όπου αυτός ο κόσμος ευδοκιμεί, τελεσφορεί, δονείται, η αξίωση της ανασύνθεσής του, μετά το τέλος της «Νίκης των τετριμμένων», μας ανήκει εξ ολοκλήρου.
Η ελπίδα να μαντέψω πώς «οργανώθηκαν», τόσο συγκερασμένα, ακραίες αντιθέσεις, μακραίνει, καθώς οι ρίζες της γραφής του Κώστα Σφενδουράκη, πάλλονται σ’ ένα βάθος, στο οποίο ωριμάζουν πολύ, μα πολύ ιδιωτικά, προθέσεις και στόχοι και ανατροπές.
Έργο σε διαρκή πρόοδο, σε διαρκή ζωή, μακριά από μιμητικούς μοντερνισμούς, παίρνοντας τελεσίδικες αποστάσεις από τα χαλασμένα και τα πεθαμένα, φροντίζει με συνέπεια, να εμφυσήσει πνοή, να δώσει οξυγόνο στα ποιήματα, στα μηνύματά τους, να διαρθρωθούν σε ύφος στέρεο, πολύτιμο, και, εν τέλει, να μας κληροδοτήσουν τον απόηχο μιας ιδιοστασίας ασυνθηκολόγητης, λιγότερο προνομιακής, αλλά ξεχωριστά ευαίσθητης, που αυτονομείται από κατάλοιπα στερεοτύπων, ελεύθερη και περήφανη.
Επαναφέροντας τις ξεχασμένες αλήθειες, φωτοσυνθέτοντας δίχως να συνθηματολογεί, βασανίζεται από υπερβολικό ρεαλισμό, μα έχει, αναμφίβολα, βρει το μέτρο ανάμεσα στα δύο και ισορροπεί. Ενώνει τις αγωνίες, τις ευαισθησίες, τις αισθητικές μιας γενιάς και την προκαλεί να βγει από το κουκούλι της, να αναστοχαστεί με τη σειρά της, επιχειρώντας ισόχρονα και συγκαιρικά να δοκιμαστεί, υπερασπιζόμενο ακέραια τη «Γη της επαγγελίας» του, καθαρμένο.
Υστερογραφώντας: Δεν είχα πρόθεση ούτε σκοπό να μιλήσω μεγαλόστομα για την ποίηση του Κώστα Σφενδουράκη, που, κατά τη γνώμη μου, έχει επίγνωση της θέσης και του ρόλου τού ποιητή, ακόμη κι αν δεν είναι στρατευμένος. Αν έτσι φάνηκε, λοιπόν, είναι γιατί σχεδόν με ανάγκασε η βαρύτητα, η συναισθηματική αγωγή και αξία της ποίησης του Κώστα (για μένα), κάτι για το οποίο ούτε να απολογηθώ θέλω, ούτε να αποποιηθώ μπορώ.
Χ.Ξ.
Kώσταs Σφεvδουpάκns, Kpιστiv
Λόγος ψυχρός, μεθοδικός, οξύς και λάβρος
συνθήματα, χειροκροτήματα το πλήθος
πλήθος λευκό, ευθυτενές κανένας μαύρος
να μη μολύνει τις αξίες και το ήθος.
Είναι από μέταλλα σκληρά αυτή η μάζα
μια αποστολή εφιαλτική θα βγάλει εις πέρας
ανατριχιάστε απ' τους ήχους μες στα μπάζα
αναβιώνει, ανασυντάσσεται το τέρας.
Τη νύχτα αυτή, να 'το θα βγει ξανά στους δρόμους
Κεραμεικού, Καλιφρονά, Στουρνάρη, Μάρνη...
θα ξεβρωμίσει ο τόπος απ' τους παρανόμους
που 'χουν τρομάξει τον θρασύδειλο τον Άρνι.
Σαν την Κριστίν του Στίβεν Κινγκ η αλήθεια μοιάζει
μοιάζει στη μάζα του εφιάλτη αυτό το πλήθος
δεν έχει φρένο, με ανεξέλεγκτο το γκάζι
φρίκη σκορπά, τρώει τη σκόνη του ο μύθος..
Φώτης Μπατσίλας, Τα σκυλιά της Ασκληπιού
Τα σκυλιά της Ασκληπιού
μου είπαν πως σε είδανε.
Απ’ το ανελέητο κυνηγητό μιας εξάτμισης
κι ύστερα ενός ανυποψίαστου πεινασμένου,
απ’ το Προδόρπιο ως τη Ρήγα Φεραίου,
κάπου εκεί, υποθέτω,
σε είδανε
(σε κάποια βιτρίνα, με παπούτσια πιθανώς, της Πολιτείας ίσως).
Εγώ δεν ήμουν εκεί.
Τα σκυλιά της Ασκληπιού
στον κήπο του Πνευματικού Κέντρου
ή από τον Σάκκουλα ως τους Κόκκους το πολύ,
διακόσια μέτρα πάνω-κάτω,
πως σε είδανε μου είπαν.
Ντελικάτη, απρόσιτη, μα ένοχη,
με φόβο μη σε δουν,
μη σε δω, ίσως,
κι έπαψαν να γαυγίζουν
μην κι άλλο σε φοβίσουν.
Εγώ δεν ήμουν πια εκεί.
Τα σκυλιά της Ασκληπιού,
τ’ αδέσποτα πια,
με τα λουράκια στο λαιμό,
τα παρατημένα δηλαδή,
στάση λεωφορείων μπλε,
παλιό Διάνα και παλιό Feriale,
φοβερά και φοβισμένα,
φοβισμένα φοβερά,
πως σε είδανε μου είπαν,
μα εγώ εκεί δεν ήμουν,
εγώ ποτέ δεν ήμουν εκεί, τελικά.
Αθήνα, 10 Ιουνίου 2011
Φώτης Μπατσίλας
Υ.Γ.: Γράφτηκε αρχικά τον Ιούνιο του 2005, τέτοιες μέρες, κι έλαβε την σημερινή (και τελική;) μορφή ένα Σάββατο βράδυ του φετεινού Φλεβάρη, γυρνώντας με τα πόδια από ένα μπαρ της Κολοκοτρώνη.
Άννα Παυλίδου, Περιμένοντας το φιλί του χρυσόψαρου *
Ήμουν ένα σπίτι με την πλάτη γυρισμένη στον νοτιά. Κάθε Φθινόπωρο, ρόδινα χωνιά κρέμονταν στον δυτικό μου τοίχο, σαν τους άγρυπνους λήθαργους Όμορφης Δέσποινας. Ο κάμπος κάθε ανατολή άφηνε το πούσι να κοιμάται στις λόχμες της λίμνης και διέσχιζε τα σύννεφα, πριν ακουμπήσει αρώματα τριαντάφυλλου στο κεφαλόσκαλο. Ο βοριάς, πάντα απ’ τη μεριά της θάλασσας, σκάλιζε για χρόνια γοργόνες στα παραθυρόφυλλα. Μου ‘στελνε γυαλόξυλα και κουρασμένους ναυτικούς στο μυστικό μέσα κήπο. Με φώναζαν Ιωσήφ.
Μια στέρεη πέτρινη αγκαλιά, με ασφαλείς κρυψώνες για παιδικές φωνές και παιχνίδια. Ήσυχες γωνιές…Αδιόρατες ραγισματιές γεμάτες όνειρα κι οπωροφόρα. Πάντα παρών στα μυστικά της σοφίτας και σε χαραγμένα σύμβολα στα σκαλοπάτια του υπογείου, λαχταρούσα έναν βυθό ή έναν ουρανό, να βυθιστώ, να με γνωρίσω.
Όταν ήρθε εκείνη, περνούσα ώρες στη γούρνα του συντριβανιού, κάνοντας ασκήσεις άπνοιας και περιμένοντας το φιλί του χρυσόψαρου. Δεν θυμάμαι τ’ όνομά της. Θυμάμαι μόνο ότι ζούσα την ύστερη εποχή των δεινοσαύρων. Είχαν μόλις χαθεί μαζί με τα χρυσάνθεμα, πάντα αθώοι, αγνοί και αφελείς. Δυσκολοπροσάρμοστοι και χορτοφάγοι. Αναρωτιόμουν, ποιος θα σκαλίσει τις βραγιές, όταν την ένιωσα να πλησιάζει από τον νοτιά και το φόβο μου. Άκουσα το κελάρυσμα του νερού να ποτίζει τα μούσκλια πριν τις βερυκοκιές και κατάλαβα πως κουβαλούσε τη σελήνη και τις παλίρροιες. Σαν να μη με πρόσεξε, σχεδόν αδιάφορη, μπήκε αθόρυβα, ψιχαλίζοντας ελπίδες. Χαμογέλασε στην ανατολή, κρέμασε το άρωμα απ’ τα φθινοπωρινά τριαντάφυλλα για κουρτίνα. Έστρωσε τραγούδια στο πάτωμα. Προσεκτικά εξημέρωσε με χάδια τις γοργόνες. Φούρνισε ψίχουλα και τάισε τα πουλιά. Πότισε ζεστή κοτόσουπα τους ναυτικούς που βρήκε να παίζουν σκάκι στην πίσω αυλή. Έπειτα, στοργικά, τους έσπρωξε για καλύτερα ταξίδια, σε θερμότερες θάλασσες. Με κοίταξε βαθιά στην καρδιά και σαν είδε τις ρωγμές στον ίσκιο μου, φύτεψε τρεις πορτοκαλιές μπροστά στην πόρτα, πριν την ανοίξει στον Νοτιά.
Με τους καρπούς της μιας, υγρούς και κόκκινους, εφτά χρόνους γλύκανε τα παιδιά. Κάρφωνε με μοσχοκάρφια τις φλούδες τους στα ξύλα που έκαιγε στο τζάκι. Γουργούριζε παραμύθια σαν γάτος. Αλλά ζητούσε να ευχαριστήσουμε μαζί τις ψυχές των προγόνων, πριν μου διηγηθεί τα πάθη και τα κέρδη τους.
Δεν θυμάμαι τ’ όνομά της. Ούτε θυμάμαι πώς άρχισαν να ελαφραίνουν οι πέτρες, την ίδια στιγμή που βαθαίναν οι ρίζες μου. Πώς άλλαξα θεμέλια, αρμούς και προσανατολισμό.
Με λένε πάλι Ιωσήφ. Όμως τώρα δεν περιμένω άπνοος στο συντριβάνι το φιλί του χρυσόψαρου. Όταν επιθυμώ ουρανό, ταξιδεύω με τους γλάρους του βοριά και καλοδέχομαι το βυθό και τα τρελά φεγγάρια του Νότου. Δωρίζω ταπεινά όσο φως μαζί της σύναξα και καίω στον κάμπο την ομίχλη για να λιπάνω τα σπαρτά.
Βρίσκομαι εδώ με ανοιχτά όλα τα παράθυρα. Για τα μελίσσια που χάθηκαν στο δρόμο. Τα αηδόνια που τόλμησαν να μεταναστεύσουν. Τους σπόρους που ζήτησαν να φυτρώσουν. Τα όνειρα που αιτήθηκαν πράξη.
Βρισκόμουν εδώ τον καιρό των θαυμάτων και θα είμαι εδώ τον καιρό της Ανάστασης.
Είμαι ένα σπίτι που ταξίδεψε σε όλους τους τόπους. Γνώρισε πως η πόρτα του φόβου του άνοιγε πάντα στη μεσιανή σάλα και χρωστάει σε μια γυναίκα που δε μένει πια εδώ και ούτε θυμάται τ’ όνομά της, την επίγνωση της ουσίας του.
Είμαι μαζί ένα σπίτι κι ο Ιωσήφ.
*Υπό έκδοση
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



